Πως λειτουργούσαν τα πρώτα τηλέφωνα με μανιβέλες στην Αθήνα
Η πραγματοποίηση μιας κλήσης έμοιαζε με αληθινή περιπέτεια

Στην Αθήνα, το πρώτο τηλεφωνικό κέντρο για το κοινό ιδρύθηκε το 1908. Μέχρι τότε μόνον προνομιούχοι ιδιώτες, κυρίως επιχειρηματίες και εφημερίδες, καθώς και κρατικοί υπάλληλοι είχαν πρόσβαση στην τηλεφωνική επικοινωνία.  Τόσο οι συσκευές όσο και το σύστημα που χρησιμοποιήθηκε τα πρώτα χρόνια ήταν πρωτόγονα και η προσπάθεια επικοινωνίας μια πραγματική περιπέτεια.

Διακόσιοι ήταν οι πρώτοι συνδρομητές τηλεφώνου στην ελληνική πρωτεύουσα και η εξυπηρέτησή τους ήταν ατελέστατη. Όποιος ήθελε να τηλεφωνήσει έπρεπε να επικοινωνήσει πρώτα με το κέντρο και να ζητήσει τη σύνδεσή του, η οποία  εξαρτιόταν κυρίως από τα… νεύρα της τηλεφωνήτριας. Χίλια δύο εμπόδια καθιστούσαν προβληματική τη σύνδεσή τους. Σημειώνονταν διαρκώς επεισόδια, οι εναέριες γραμμές ήταν ατελέστατες και τα τηλέφωνα ελαττωματικά.

Οπότε η αρμόδια διεύθυνση Τ.Τ.Τ. (Ταχυδρομείων – Τηλεγραφείων – Τηλεφωνείων), η οποία υπαγόταν στο υπουργείο Συγκοινωνίας, κατέβαλε προσπάθειες να ενημερώνει το κοινό για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χρησιμοποιεί το νέο μέσον επικοινωνίας.

Γι’ αυτό το 1915, εξέδωσε και έντυπο υπό τον τίτλο «Οδηγίαι διά την χρήσιν του τηλεφώνου». Πρόκειται πλέον για ιστορικό τεκμήριο, αφού δύσκολα οι σημερινοί χρήστες τηλεφώνων μπορούν να αντιληφθούν πως λειτουργούσε το σύστημα στις αρχές του περασμένου αιώνα.

Για ταχύτερη και πιο εύκολη συνεννόηση το κοινό έπρεπε να ακολουθήσει εννιά κανόνες. Πρώτος κανόνας ήταν ότι όποιος επιθυμούσε να τηλεφωνήσει έπρεπε να καλεί τον κεντρικό τηλεφωνικό σταθμό «διά ταχείας κωδωνοκρουσίας», δηλαδή γυρνώντας τη μανιβέλα που υπήρχε στο πλάι του τηλεφώνου.

Ύστερα έπρεπε να πιάνει το ακουστικό και να το τοποθετεί «καλώς εις το ούς του» χωρίς να περιμένει κωδωνοκρουσία και εκ μέρους του κεντρικού σταθμού. Άκουγε λοιπόν τη στερεότυπη απάντηση της τηλεφωνήτριας: «Τίνα αριθμόν;», οπότε έπρεπε να δώσει τον αριθμό του συνδρομητή απαγγέλοντας τις εκατοντάδες χωριστά από τις μονάδες.

Δινόταν μάλιστα και ένα παράδειγμα με τον αριθμό 1143. Ο συνδρομητής έπρεπε να πει «ένδεκα σαράντα τρία». Ή για τον αριθμό 937 έπρεπε να απαγγείλει «εννέα τριάντα επτά» κ.ο.ε. Τέταρτη αρχή ήταν να δίνει ο συνδρομητής μόνον τον αριθμό και όχι το όνομα του συνδρομητή και πέμπτη να περιμένει χωρίς να ξαναγυρίσει τη μανιβέλα και προκαλέσει νέα κωδωνοκρουσία.

Ο καλούμενος συνδρομητής παίρνοντας το ακουστικό απαντούσε στην κλήση της τηλεφωνήτριας. Εάν δεν απαντούσε και στην δεύτερη ενόχληση της τηλεφωνήτριας θεωρούνταν απών, «τουθ’ όπερ ανακοινούται εις τον καλέσαντα συνδρομητήν υπό της τηλεφωνητρίας, χωρίς αύτη να είναι υποχρεωμένη να ασχολήθή πλέον μετ’ αυτού»!

Οι συνδιαλέξεις και οι τελετουργικοί… κανόνες

Ο έβδομος κανόνας προέβλεπε την περίπτωση που το τηλέφωνο του καλούμενου ήταν απασχολημένο. Τότε η τηλεφωνήτρια ενημέρωνε τον πελάτη, λέγοντάς του ότι θα καλέσει αργότερα. Η υπ’ αριθμόν οκτώ οδηγία αφορούσε το τέλος της συνδιάλεξης, οπότε ο συνδρομητής έπρεπε να τοποθετήσει το ακουστικό στη θέση και τότε έπρεπε να στρέψει «τον στρόφαλον της κωδωνοκρουσίας», δηλαδή το μανιβελάκι του τηλεφώνου.

Οι οδηγίες στη συνέχεια, ίσως εκ του περιττού επισήμαιναν στους συνδρομητές τα εξής:
«Συνελόντι ειπείν αι κωδωνοκρουσία δέον να περιορίζωνται:
α) Εις μίαν εν τη αρχή, και δη μόνον υπό του καλούντος συνδρομητού,
β) Εις δύο κωδωνοκρουσίας βραχείας υπ’ αμφοτέρων των συνδρομητών μετά το πέρας της συνδιαλέξεως»!

Επέμεναν οι οδηγίες στις κωδωνοκρουσίες διότι κάθε περιττό γύρισμα της μανιβέλας έδινε το σύνθημα στην τηλεφωνήτρια να κλείνει τη γραμμή

YOUR REACTION?


You may also like

Ρίξε μια ματιά και σε αυτά!