Κέντρον δημοτικής μουσικής «Ο Έλατος» - Η ιστορία του
Η ιστορία του «Ελάτου» στην πλατεία Λαυρίου αρχίζει πριν τη από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αν το έλατο είναι το σύμβολο των Χριστουγέννων και της αιώνιας ζωής του Χριστού, κάποιος άλλος «ΕΛΑΤΟΣ» έγινε το σύμβολο της αυθεντικής δημοτικής μας μουσικής, του ελληνικού αυθεντικού παραδοσιακού γλεντιού, επί 90 συνεχόμενα χρόνια (1918-2007).

Αναφερόμαστε στο κέντρο διασκέδασης «ΕΛΑΤΟΣ», που λειτουργούσε κοντά στην Ομόνοια, Γ΄ Σεπτεμβρίου 3, στην πλατεία Λαυρίου που κουβαλάει μία ιστορία μοναδική και ανεπανάληπτη!

Λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1918, ένας γλεντζές και ξενύχτης αμαξάς, παίρνει την παράτολμη απόφαση να ανοίξει το πρώτο μαγαζί, με δημοτικά τραγούδια, στην Αθήνα, τον «ΕΛΑΤΟ».

Σε μια μάλιστα εποχή που στην Πλάκα  βασίλευε η καντάδα και το κλαρίνο και τα δημοτικά τραγούδια, δεν είχαν θέση στην πρωτεύουσα και δεν ακούγονταν, παρά μόνο σε κλειστούς γάμους και οικογενειακές γιορτές και εκδηλώσεις. Σημειώνουμε ότι το κλαρίνο ήταν απαγορευμένο μέχρι το 1925.

Εκείνη λοιπόν τη δύσκολη και απρόσφορη, για τη δημοτική μουσική περίοδο, ο Κοντογιάννης κατάφερε το απίστευτο. Καθιέρωσε την παραδοσιακή διασκέδαση, με αυθεντικό γλέντι, αρχικά με ζουρνάδες και μετά με κλαρίνο.

Η φήμη του «ΕΛΑΤΟΥ» ξαπλώθηκε σε όλη την Αττική και έγινε το στέκι των «διψασμένων» για τα τραγούδια της πατρίδας τους.

Και οι «διψασμένοι» ήταν ο μισός πληθυσμός της Αθήνας και του Πειραιά, ήταν οι ετεροδημότες όλης της ελληνικής επαρχίας.

Κατά τον μεγάλο δημοσιογράφο της εποχής ΠΑΝΟ ΓΕΡΑΜΑΝΗ, το όνομα ΕΛΑΤΟΣ έγινε ευρέως και τάχιστα γνωστό σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό και από τη σφραγίδα που υπήρχε (με έλατο) στις δεσμίδες των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούσαν σε όλη την Ελλάδα και από τα ελληνικά σπίρτα που είχαν παρόμοια σφραγίδα και που κυκλοφορούσαν σε όλο τον κόσμο.

Η χρυσή όμως εποχή του ΕΛΑΤΟΥ ήταν την δεκαετία του 1960.

Για όλους τους γλεντζέδες, που αντιστέκονταν σθεναρά στα ρεύματα εκείνης της εποχής, ο ΕΛΑΤΟΣ ήταν το στέκι τους και το σημείο αναφοράς τους.

Κι επειδή το μαγαζί ήταν υπόγειο και μικρό, καθημερινά οι ουρές έφταναν τα 200 – 300 άτομα, που υπομονετικά περίμεναν στα σκαλοπάτια και στο πεζοδρόμιο της Γ΄ Σεπτεμβρίου για να αδειάσει κάποιο τραπέζι για αυτούς.

Ειδικότερα οι μετανάστες, μόλις έφταναν στην Αθήνα, πρώτα κλείνανε τραπέζι στον «ΕΛΑΤΟ» και μετά προγραμμάτιζαν οτιδήποτε άλλο.

Μάλιστα λέγεται ότι πολλοί έλληνες της διασποράς, τις δεκαετίες 1960 και 1970, έπαιρναν τηλέφωνο τον ΕΛΑΤΟ, για να ακούσουν, έστω και για ένα λεπτό, τη δημοτική ορχήστρα του μαγαζιού, αν και το τηλεφωνικό κόστος ήταν μεγάλο.

Στο πέρασμα των 90 χρόνων λειτουργίας του ΕΛΑΤΟΥ (έκλεισε το 2007), πέρασαν από το πάλκο του θρυλικού αυτού μαγαζιού, τα μεγαλύτερα ονόματα της δημοτικής μας μουσικής και του δημοτικού μας τραγουδιού.

Από τους κορυφαίους κλαρινίστες ΝΙΚΟ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, ΘΟΔΩΡΟ ΑΓΑΠΗΤΟ και ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΟΥΖΟΥ, στους ΒΑΣΙΛΗ ΣΟΥΚΑ, ΒΑΣΙΛΗ ΣΑΛΕΑ, ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΓΚΑ κ.ά.

Από τη ΡΟΖΑ ΕΣΚΕΝΑΖΥ, τον ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗ, τον ΑΡΑΠΑΚΗ, τον ΑΠΟΣΤ. ΚΛΑΠΑΔΟΡΑ, τον ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, τον ΜΕΪΝΤΑΝΑ και αργότερα τον ΜΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟ, σε πάρα πολλούς άλλους, που έκαναν μεγάλη καριέρα στο δημοτικό τραγούδι.

Το 1950 τον «ΕΛΑΤΟ» τον ανέλαβε ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΤΗΣ, ένας άνθρωπος με μόνιμο χαμόγελο, καλόκαρδος και γεννημένος για αυτή τη δουλειά.

Επί των ημερών του, «φάγανε ψωμί» πολλές εκατοντάδες μουσικών, τραγουδιστών και συνθετών δημοτικής μουσικής, από όλη την ελληνική επικράτεια.

Στην δεκαετία του 1970, η Αθήνα «γέμισε» από τέτοια μαγαζιά, «στο δρόμο που χάραξε ο «ΕΛΑΤΟΣ»!

Αλλά την αίγλη, τη φήμη και την αυθεντικότητα του «ΕΛΑΤΟΥ», δεν την είχε κανένα άλλο από αυτά.

Και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε, ότι δεν υπάρχει έλληνας, που να του αρέσει η ελληνική παραδοσιακή μουσική, το γνήσιο παραδοσιακό ελληνικό γλέντι και να μην έχει περάσει από τον «ΕΛΑΤΟ».

Εκείνη την εποχή ταξίδευαν στην Αθήνα, από την επαρχία με σκοπό να κλείσουν τραπέζι στον Έλατο και όσοι δεν τα κατάφερναν, όταν φτάνανε, «βάζανε μέσον» για να πάρουν σειρά.

Ήταν ο Ναός της δημοτικής μουσικής, ήταν το Πανεπιστήμιο για τους ασχολούμενους επαγγελματικά με το δημοτικό τραγούδι, ήταν το στέκι όλων μας για 90 χρόνια, στο κέντρο της Αθήνας, 50 μέτρα από την Ομόνοια.

Ήταν ένα από τα ιστορικότερα κέντρα διασκέδασης της Αττικής και το όνομα του συνδέθηκε και με την ιστορία της ελληνικής μουσικής.

Αν σήμερα εκτόνωση για πολλούς είναι το μαζικό ξεφάντωμα στις μεγάλες πίστες με μπαλέτα, πούλιες και γαρίφαλα και βέβαια με την επιδεικτική συμπεριφορά των προνομιούχων στα πρώτα τραπέζια, πριν από δεκαετίες υπήρχε ένας κόσμος που παθιαζόταν με το κλαρίνο. Εσωτερικοί μετανάστες οι περισσότεροι από αυτούς έψαχναν για μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα. Κάθε μια από τις λιγοστές εξόδους τους ήταν συνδυασμένη με τα κλαρίνα και με τους χώρους όπου η μουσική έπαιζε τον ρόλο του συγγενή.

Στο πάλκο τα όργανα: βιολί, κλαρίνο, τουμπερλέκι, κιθάρα, λαουτοκιθάρα και σαντούρι. Όρθιος αριστερά ο πρώτος ιδιοκτήτης του Έλατου, ο Λουκάς Κοντογιάννης, και δεξιά με την άσπρη ποδιά ο δεύτερος ιδιοκτήτης Κώστας Κούρτης.

Γύρω από την Ομόνοια

Από τότε πέρασαν χρόνια, πολλά άλλαξαν. Στο δέντρο της ελληνικής μουσικής μπήκαν πολλά μπόλια. Τσουκνίδες φύτρωσαν γύρω του, πολλές μεταλλάξεις έγιναν, όμως η έκφραση «πάμε στα κλαρίνα» ακόμη συγκινεί όσους αγαπούν το δημοτικό τραγούδι. Οσο λοιπόν κι αν γιγαντώθηκαν τα κέντρα, όσο κι αν οι πίστες εξελίχθηκαν σε μουσικά αεροδρόμια και το τραγούδι έγινε, υπάρχουν κάποιοι χώροι που επιμένουν παραδοσιακά. Ενας τέτοιος χώρος είναι ο ιστορικός «Ελατος» που ήδη βαδίζει για τα 86α του γενέθλια. Μη φανταστείτε ότι άλλαξαν πολλά σ' αυτόν. Το «πανεπιστήμιο της μουσικής», όπως τον λένε όσοι ξέρουν τι προσφέρει, εξακολουθεί να λειτουργεί στην πλατεία Λαυρίου (Γ΄ Σεπτεμβρίου 16). Εκεί γύρω στην Ομόνοια άλλωστε αναπτύχθηκαν οι περισσότεροι χώροι που φιλοξενούν το δημοτικό τραγούδι και τώρα πια δεν ξεπερνούν τα δάκτυλα του ενός χεριού.

Ο «Ελατος» όμως είναι το μοναδικό παλιό μαγαζί με παραδοσιακή μουσική που παραμένει εν λειτουργία στην Αθήνα. Ο Λουκάς Κοντογιάννης που το ίδρυσε το 1918 είχε ένστικτο. Αμαξάς στην Ομόνοια ο ίδιος, αποφάσισε να ανοίξει ένα κέντρο με δημοτικά τραγούδια. Η πλατεία Λαυρίου ήταν ο ιδανικός χώρος. Εκεί άλλωστε ερχόταν το τρενάκι από το Λαύριο γεμάτο εργάτες. Ο «Ελατος» τότε λειτουργούσε από νωρίς, γιατί μέσα σε όλα σερβίριζε κοκορέτσια και κοντοσούβλια. «Ερχόμενοι λοιπόν από το Λαύριο οι εργάτες σταματούσαν να φάνε, γλεντούσαν παράλληλα, και στις 9 το βράδυ πήγαιναν σπίτι. Στην αρχή η πολιτεία δεν επέτρεπε το κλαρίνο στην Αθήνα. Υπήρχαν τότε οι χαβάγιες στην Πλάκα, ακούσματα διαφορετικά» λέει ο Νίκος Κούρτης (διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας FM Records) που συνεχίζει την παράδοση του μαγαζιού.

Ο Κοντογιάννης ξεκίνησε με ζουρνάδες μέχρι να πάρει την άδεια λειτουργίας. Ζουρνάδες, άφθονο καλό κρασί και βέβαια μεζέ, μέχρι που σιγά σιγά ξεπρόβαλε το κλαρίνο. Τα χρόνια πέρασαν, στον «Ελατο» συνέχισαν να ηχούν τα κλαρίνα και εκεί γύρω στη δεκαετία του '60-'70, έζησε τη χρυσή του εποχή. Συχνά, αν προσέξετε τις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, γίνεται αναφορά στον χώρο αυτό και στο γλέντι που υποσχόταν, όπως άλλωστε μας θυμίζει σε μια απ' αυτές ο Νίκος Ρίζος.

Οι «καθηγητές»

Από το πάλκο-«πανεπιστήμιο» του «Ελατου», όπως το λένε οι παλιοί, πέρασαν σπουδαίοι «καθηγητές». Ονόματα μεγάλα σαν των: Ρόζας Εσκενάζη, Καρακώστα, Καραγιάννη, Αραπάκη, Παπασιδέρη κ.ά. Επίσης τραγούδησαν οι: Κώστας Γιαούζος, Βασίλης Σούκας, Φιλιώ Πυργάκη, Κώστας Σούκας οι νεότεροι Βασίλης Σαλέας, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Γιώργος Μάγγας κ.ά.

«Ο πατέρας μου εργαζόταν εκεί από τις αρχές της δεκαετίας του '50, σαν διευθυντής κι αργότερα ως ιδιοκτήτης. Ο Κοντογιάννης έδωσε τη σκυτάλη στον Κώστα Κούρτη κι εκείνος στον Χρήστο Μπλέτσα και εν συνεχεία σε μένα» λέει ο Νίκος Κούρτης. «Οπως είναι φυσικό, από παιδί είχα παραδοσιακά ακούσματα και γι' αυτό και η FM Records κινείται σε αυτόν τον χώρο. Για ένα διάστημα μάλιστα δούλεψα στον «Ελατο», στην αρχή σαν σερβιτόρος και βοηθός, μετά ως ταμίας χωρίς να αρνούμαι βέβαια τη λάντζα. Μια εικόνα έχω έντονη στο μυαλό μου. Τα φθαρμένα τραπεζομάντιλα που έφερνε ο πατέρας στο σπίτι και τα έδινε στη μητέρα μου. Εκείνη γάζωνε επί ώρες στη μηχανή κι μετέτρεπε τα παλιά τραπεζομάντιλα σε μαντίλια χορού. Τα είχαμε οι σερβιτόροι και τα δίναμε στο κοινό την κατάλληλη στιγμή. Κανείς δεν αρνιόταν το πουρμπουάρ».

Οι άνθρωποι που πηγαίνουν να ακούσουν δημοτικό τραγούδι στα «δημοτικάδικα», όπως τα ονομάζουν σήμερα, δεν επηρεάζονται από μόδες, είναι σταθεροί. «Σταμάτησαν ποτέ ώς σήμερα τα πανηγύρια; Ετσι δεν πρόκειται να σταματήσει να πηγαίνει στα κλαρίνα κι ο κόσμος που τα θεωρεί δικά του είτε λόγω καταγωγής είτε επειδή έφυγε από την πατρίδα του και βρίσκεται στο αστικό κέντρο, θέλει όμως να θυμάται».

«Η παράδοση επέστρεψε έντεχνα» λέει ο Νίκος Κούρτης, «μέσω του έθνικ και της world music. Ομως υπάρχει πιο έθνικ από το δημοτικό τραγούδι; Στον «Ελατο» όπως και στα άλλα συναφή μαγαζιά ο κόσμος ήξερε να γλεντάει με το κλαρίνο, τη χαρτούρα στην ορχήστρα και βέβαια τον χορό της παρέας στην πίστα». Τι έμεινε σήμερα απ' όλα αυτά; Το μαντίλι στο τραπεζάκι περιμένει και πάλι τον κόσμο να χορέψει, η χαρτούρα όμως είναι προαιρετική.

Η χαρτούρα στο κουτί και τα δολάρια από τους ομογενείς

«Το νέο παιδί δεν έχει χρήματα για να πετάξει χαρτονομίσματα στους μουσικούς. Χαίρεται όμως γιατί στη σκηνή ενώνονται πολλές παρέες μαζί και χορεύουν». Το κούτελο του μουσικού όπου κολλούσαν τα χιλιάρικα οι θαμώνες, αντικαταστάθηκε με το γνωστό κουτί.

Εδώ μπουζούκια ούτε θα δείτε, ούτε θα ακούσετε. O «βασιλιάς» είναι το κλαρίνο κι ακολουθούν η κιθάρα, τα κρουστά και το αρμόνιο που αντικατέστησε -δυστυχώς- το βιολί. Το πρώτο όνομα στο φετινό πρόγραμμα είναι ο Αλέκος Κιτσάκης από την Ηπειρο. Εμφανίζονται όμως ο Θανάσης Βότας από τη Λαμία, ο Νίκος Παπαγεωργίου από την Αιτωλοακαρνανία, η Βάσω Αθανασάκη από το Αγρίνιο, ο Κώστας Τζίμας από την Ηπειρο που καλύπτει μουσικά τις περιοχές από Αρτα, Θεσπρωτία και Πρέβεζα, και ο υιός Γιώργος Τζίμας που καλύπτει το νεότερο δημοτικό. Τα κλαρίνα είναι δύο: ο Νεκτάριος Κοκώνης που παίζει τα «καμπίσια» και ο Γιώργος Χαλιγιάννης που εκπροσωπεί τα ηπειρώτικα, ενώ ο κιθαρίστας Κώστας Σούκας είναι ο διευθυντής της ορχήστρας.

Μεγάλη σημασία έχει ο τόπος καταγωγής του καλλιτέχνη, αφού ορχήστρα και μουσικοί πρέπει να μπορούν να καλύπτουν μουσικά όλες τις περιοχές. Το πρόγραμμα αρχίζει στις 11 και μέχρι τις 12.30 έχουν πει όλα τα τραγούδια τους οι καλλιτέχνες, με τελευταία τη «φίρμα». «Υστερα αρχίζουν οι παραγγελίες των πελατών».

Οι ζωγραφιές που υπάρχουν στον χώρο είναι εκείνες που έγιναν στο τέλος της δεκαετίας του '50. «Ηταν κάποιος Καραϊσμαήλ, πελάτης του μαγαζιού. Ολες είναι ζωγραφισμένες στο χέρι και διατηρούνται ακόμη». Ηταν η εποχή που ο Ελατος διαφημίζεται στις δεσμίδες των χιλιάρικων της Εθνικής Τράπεζας, στα σπίρτα που είχαν τη δική του σφραγίδα.

Ο Νίκος Κούρτης έχει πολλές ωραίες ιστορίες να διηγηθεί. Οπως του ομογενούς από το Λας Βέγκας. Πελάτης από παλιά, δεν μπορούσε πια να έρχεται συχνά στην Ελλάδα. Πέρασαν τα χρόνια. Και τι σκαρφίστηκε; «Κάθε φορά που έχουμε εγκαίνια, ζητάει μέσω του τηλεφώνου -που είναι σε ανοιχτή ακρόαση- να του παίξουν τα αγαπημένα του τραγούδια. Κι όταν περάσει το βράδυ και έρχεται η επόμενη μέρα, στον Ελατο καταφθάνει το γνωστό έμβασμα με τα δολάρια».

Οι σκαμπρόζικες και έξυπνες διαφημίσεις του «Έλατου»

Οι διαφημίσεις του «ΕΛΑΤΟΥ» γινόταν με φέιγ- βολάν και με αφίσες, με κείμενα και όχι με σκίτσα και φωτογραφίες και αναδημοσιεύονταν στον αθηναϊκό Τύπο.

Χαρακτηριστικές είναι οι παρακάτω:

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΑΝΑΣΤΕΝΟΝΤΑΙ:

«Εις τους αθηναϊκούς διασκεδαστικούς νυκτερινούς κύκλους, διεδόθη ευρύτατα, ότι τη νύχτα μεταφερόμενος ένας νεκρός εις την τελευταία του ανθρώπινη κατοικίαν, συνοδεία βαρυπενθουσών χηρών, καθ’ήν στιγμήν διήρχετο εκ του παρά την πλατείαν Ομονοίας Σταθμού Λαυρίου ήρχισεν εκβάλλων κραυγάς χαράς. Ως διεπιστώθη, η ανάστασις του νεκρού οφείλεται εις την κνίσσαν των ψητών αρνιών, η οποία προήρχετο από το εκεί πλησίον διανυκτερεύον μετά μουσικής γνωστότατον μπαρ «ΕΛΑΤΟΣ». Οι χήρες έξαλλες από ενθουσιασμόν, κατήλθον μετά του πρώην νεκρού εις τον «ΕΛΑΤΟΝ» και διασκέδασαν μέχρι πρωϊας».

 

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΝΕΚΡΟΘΑΠΤΩΝ:

Οι εν Αθήναις νεκροθάπται υπέβαλαν μήνυσιν αρμοδίως κατά του μπαρ «ΕΛΑΤΟΣ», Σταθμός Λαυρίου, διότι κατερχόμενος ημιθανής νέος εν αυτώ, πίνοντας μπύρα ΦΙΞ και τρώγοντας ψητά σούβλας, αναβάλλουν την αναχώρησιν των δια τας αιωνίους μονάς επ’ αόριστον».


«ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ: …για να αρθούν οι πάσης φύσεως παρεξηγήσεις μεταξύ των επιθυμούντων να κυβερνήσουν την Ελλάδα… παρακαλούνται να διέλθουν εκ του «ΕΛΑΤΟΥ», δια να ιδούν πως κυβερνώνται οι πάσης τάξεως έλληνες».

Ήρθε ο καιρός που τα ψητά και τα μεζεκλίκια αντικαταστάθηκαν από ξηρούς καρπούς, η ρετσίνα και η μπίρα από ουίσκι και σόδα και το βιολί από αρμόνιο. Στην ορχήστρα προστέθηκε ντραμς και το ρεπερτόριο εμπλουτίστηκε με σύγχρονα δημοτικά τραγούδια.

Δεν άργησε να έρθει και η εποχή που η Αθήνα άλλαξε και μαζί της ο τρόπος διασκέδασης. Το 2000 βρίσκει την Ομόνοια παρακμασμένη κι επικίνδυνη τη νύχτα. Κανείς δεν σκέφτεται να πάει να διασκεδάσει στην πλατεία Λαυρίου. Ο Έλατος κράτησε μέχρι το 2007. Έβαλε λουκέτο, αφού διέγραψε έναν κύκλο ογδόντα εννέα χρόνων.

Ήταν ένα ανεπανάληπτο, ένα ιστορικό μαγαζί. Ζωντανό μουσείο της δημοτικής μουσικής. Όσοι δούλεψαν εκεί τον θυμούνται με ζωηρή συγκίνηση και μιλάνε με αγάπη για τους ανθρώπους του μαγαζιού, για τον Κούρτη που ήταν ένα κομμάτι μάλαμα, για τους καλλιτέχνες και για κάποιες τραγουδίστριες που τις χαρακτηρίζουν «μάνες».

Στο άκουσμα του ονόματός του ακόμα και σήμερα κάποιοι δακρύζουν.

YOUR REACTION?


You may also like

Ρίξε μια ματιά και σε αυτά!