Θεόφιλος Σεχίδης: O σίριαλ κίλερ με το υψηλό IQ που πετσόκοψε την οικογένειά του
Ήταν Αύγουστος του 1996 όταν η χώρα μας γνώριζε για πρώτη φορά έναν σίριαλ κίλερ που θα στοίχειωνε για χρόνια τους εφιάλτες της.

Η οικογένεια Σεχίδη, περιγραφόταν από τους συντοπίτες τους, ως μία «κλειστή» οικογένεια που ζούσε αρκετά απομονωμένη από τους υπόλοιπους κατοίκους. Αυτό οφειλόταν στο ψυχικό πρόβλημα του μεγαλύτερου παιδιού της οικογένειας, της Ερμιόνης, η οποία ήταν σχιζοφρενής και λάμβανε «βαριά» φαρμακευτική αγωγή.

Η παρουσία ενός μέλους οικογένειας που έχει ψυχικά προβλήματα, δεν στιγματίζει μόνο το ίδιο, αλλά όλη την οικογένεια, και αυτός ήταν ο λόγος που το «πρόβλημα» έπρεπε να παραμείνει «κρυφό» από την κλειστή κοινωνία του νησιού. Ας μην ξεχνάμε ότι η οικογένεια Σεχίδη, είχε επικεφαλής έναν αυστηρό «πατριάρχη» που έδινε μεγάλη σημασία στο κοινωνικό προφίλ του. Αν προστεθεί σε αυτό και το γεγονός ότι ζούσαν σε μία κλειστή κοινωνία την δεκαετία του ’90, τότε η «απόκρυψη» του προβλήματος της Ερμιόνης δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση.

Ο Πατέρας Σεχίδης

Ο Δημήτρης Σεχίδης, ο πατέρας του Θεόφιλου, έφθασε στην Θάσο ως  έφεδρος Ανθυπολοχαγός και εκεί γνώρισε την μελλοντική σύζυγο του Μαρία. Εγκαταστάθηκε στην «πρωτεύουσα» του νησιού, στον Λιμένα. Το επάγγελμα του ήταν δάσκαλος και η Μαρία ασχολιόταν με το νοικοκυριό του σπιτιού, και την ανατροφή των παιδιών τους, της Ερμιόνης και του Θεόφιλου.

Ο διακαής πόθος του ήταν να γίνει διευθυντής του σχολείου στον Λιμένα Θάσου, στο «νησί του», όμως αντίθετα με αυτό που ονειρευόταν, έγινε διευθυντής του δημοτικού σχολείου στην Κεραμωτή όπου δεν του άρεσε. Όταν αναβαθμίστηκε σε τετραθέσιο το δημοτικό σχολείο στο χωριό Ποταμιά, τον έστειλαν εκεί σαν διευθυντή, όμως και πάλι δεν έμεινε ευχαριστημένος.

Όσοι γνώριζαν τον Δημήτρη Σεχίδη αλλά και οι πληροφορίες που προέρχονταν από την εφημερίδα «Θασιακή» αναφέρουν ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να διαγραφεί από το Σύλλογο των Δασκάλων και δεν είχε συγχωρέσει ποτέ την τοπική κοινωνία που δεν τον έκανε διευθυντή στο Δημοτικό Σχολείο του Λιμένα. Όλες αυτές οι πληροφορίες μαρτυρούν ότι ο πατέρας Σεχίδης είχε ένα  μεγάλο απωθημένο.

Η οικογένεια είχε αποκτήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, και ήταν οικονομικά ευκατάστατοι, γεγονός καθόλου τυχαίο, μιας και ο πατέρας Σεχίδης εξάλλου πάντοτε ήταν «σφιχτός» στην διαχείριση των οικονομικών. Πλησιάζοντας στην σύνταξη (επρόκειτο να συνταξιοδοτηθεί το 1998) είχε δρομολογήσει τις άδειες για να χτίσει ένα μικρό ξενοδοχείο, καθώς ήθελε να ασχοληθεί με τον τουρισμό.

Το δράμα της οικογένειας

Αυτό που κατέτρωγε τα σωθικά του Δημήτρη Σεχίδη, αλλά και όλης της οικογένειας , ήταν η αρρώστια της μεγαλύτερης αδελφής του Θεόφιλου, της Ερμιόνης ή αλλιώς Έμμυ. Σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου του Θεόφιλου, η Ερμιόνη ή Έμμυ, στην Α’ Λυκείου εμφάνισε ξαφνικά μία βαριάς μορφής σχιζοφρένεια, παρ’ όλο που μέχρι τότε, δεν υπήρχε γνωστό ιστορικό κληρονομικότητας στην οικογένεια. Η Ερμιόνη, από τη στιγμή που αρρώστησε, άρχισε να μπαινοβγαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές και με τα ψυχοφάρμακα που της έδιναν άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά.

Από ένα σημείο και μετά η ασθένεια της Ερμιόνης, δημιούργησε ένα χρόνιο πρόβλημα στην οικογένεια, όμως οι γονείς δεν την έκλειναν σε  ίδρυμα. Ο βασικός λόγος ήταν, ότι δεν ήθελαν να γίνει γνωστή η ασθένειά της. Ήθελαν να την «κρύψουν» και το μυστικό να μείνει μέσα στην οικογένεια.

Η Ερμιόνη όμως κατάφερνε και ξέφευγε, κυκλοφορούσε στους δρόμους του Λιμένα σαν μισότρελη, γεγονός που αποτελούσε  θέμα συζήτησης, με κάποιους άσχετους να την χαρακτηρίζουν ναρκομανή χωρίς να γνωρίζουν ότι είναι σχιζοφρενής. Οι γονείς άρχισαν να απομονώνονται κοινωνικά, λόγω του προβλήματος.

Σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών, ο Θεόφιλος είχε «φορτωθεί τα βάρη» του παιδιού, που έπρεπε να αναπληρώσει το κενό της αδερφής του, ενώ τα επεισόδια βίας ήταν συχνά εντός του σπιτιού. Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο στον πατέρα Σεχίδη ο οποίος πλέον είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του στον γιό του Θεόφιλο. Του έχει μεταβιβάσει, με το σύστημα της γονικής παροχής, πολλά ακίνητα.

Ο Θεόφιλος

Ο Θεόφιλος

Ο Θεόφιλος ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας, μικρότερος κατά 3 χρόνια από την Ερμιόνη. Ο Θεόφιλος από μικρός ήταν πάντοτε ένα κλειστό, απομονωμένο παιδί, που περνούσε «απαρατήρητο». Ευαίσθητος και καλλιεργημένος, είχε από μικρός με την κλασική μουσική και τη ζωγραφική.

Του άρεσε να ζωγραφίζει, κάτι που δεν άρεσε στον πατέρα του, ειδικά η αφαιρετική τεχνική που άρεσε στον Θεόφιλο. Αυτό εξαγρίωνε τον πατέρα του ο οποίος κατέστρεφε τους πίνακες του, όμως παρ’ όλα αυτά, του είχε αδυναμία. Μεγαλώνοντας ο παρέμενε μοναχικός και κάπως ιδιόρρυθμος, αλλά με ιδιαίτερα υψηλό δείκτη ευφυΐας.

Μπήκε με την πρώτη στη Θεολογική Σχολή κι επειδή δεν του άρεσε, ξανάδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Νομική της Κομοτηνής. Οι συμφοιτητές του στην Κομοτηνή έλεγαν πως κυκλοφορούσε συνήθως μόνος του, φορούσε πάντα τα ίδια ρούχα, δεν μιλούσε σε πολλούς ανθρώπους, έγραφε πολλά ποιήματα και ζωγράφιζε. Οι γείτονές του στην πολυκατοικία της Θεσσαλονίκης είπαν πως τελευταία ήταν «αφηρημένος, περπατούσε σκυφτός, σαν κάποιος να τον κυνηγούσε, σαν κάτι να τον απασχολούσε, και μιλούσε μόνος του.

Ίσως να έφταιγε το βάρος των βιωμάτων που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια λόγο της κατάστασης της  Έμμυ , ίσως η εμμονή που είχε δημιουργηθεί στο σκοτεινό μυαλό του ότι ήταν εξώγαμο, η επιμονή να μάθει ποια ήταν η πραγματική του μητέρα, εκτροχίασε όλη την κατάσταση. Οι γονείς βρισκόμενοι σε απόγνωση, και μην μπορώντας να διαχειριστούν την κατάσταση, επιστράτευσαν τον θείο του Θεόφιλου, τον Βασίλη.

Η «εξαφάνιση» του Βασίλη Σεχίδη

Ο 58χρονος Βασίλης Σεχίδης μαζί με την σύζυγο του Ελένη, και τον γιό τους Θεόφιλο, ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, ζούσαν χρόνια στο Βέλγιο. Στις 9 Μαΐου 1996 , ο Βασίλης αναχώρησε από το Βέλγιο για να επισκεφθεί τον αδερφό του Δημήτρη στη Θάσο, καθώς ο αδερφός του, προβληματισμένος από την συμπεριφορά του Θεόφιλου, και μην γνωρίζοντας πώς να διαχειριστεί την κατάσταση, του ζητούσε βοήθεια, προκειμένου να τον πείσει, να επισκεφθεί τον ψυχίατρο.

Η σύζυγος το Βασίλη, Ελένη είχε σχεδόν καθημερινή, τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, όμως από τις 15 Μαΐου, η επικοινωνία της με τον άντρα της, καθίσταται αδύνατη. Όσες φορές προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του, δεν τον έβρισκε. Κάθε φορά που έπαιρνε τηλέφωνο τον κουνιάδο της Δημήτρη, στο τηλέφωνο απαντούσε πάντα ο ανιψιός της, Θεόφιλος, λέγοντας πως έλειπαν όλοι στο εξωτερικό. Για τον θείο του Βασίλη έλεγε την μία ότι πήγε στην Γερμανία, την επόμενη στην Ιταλία, αλλάζοντας κάθε φορά προορισμό. Από τις 19 Μαΐου και μετά χάθηκαν τελείως τα ίχνη του, όπως και των υπολοίπων μελών της οικογένειας Σεχίδη.

Η γυναίκα αρχικά κατήγγειλε την εξαφάνιση στη βελγική αστυνομία η οποία συνεργάστηκε με το Γερμανικό τμήμα της Interpol, χωρίς όμως να προκύψει κάποιο αποτέλεσμα. Όμως εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Βελγικές αρχές δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν επαρκή στοιχεία για να συνεχίσουν την έρευνα η γυναίκα ταξίδεψε με τον γιό της στη Θάσο για να βρει τον σύζυγό της.

Όταν αντίκρισε ο Θεόφιλος την θεία του, και πάλι επέμενε ότι δεν γνώριζε πού βρίσκονται οι συγγενείς του και ότι τους έψαχνε και αυτός. Βρισκόμενη η Ελένη Σεχίδη σε απόγνωση, πήγε στην αστυνομία και διηγήθηκε την πραγματικά παράξενη μαζική εξαφάνιση της οικογένειας Σεχίδη, θέτοντας σε κινητοποίηση το Αστυνομικό Τμήμα Θάσου, την Ασφάλεια της Καβάλας και την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης.

Σύλληψη…για άλλο λόγο

Ο Θεόφιλος σχεδόν ένα μήνα μετά την επίσκεψη της θείας του, στις 21 Ιουλίου, έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών στην περιοχή της Καβάλας. Στον έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητό του βρέθηκε μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ., με τριετή αναστολή. Λόγω του γεγονότος ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο, αφέθηκε και πάλι ελεύθερος. Αυτό όμως το στοιχείο δεν πέρασε απαρατήρητο από την αστυνομία και έβαλε στο μικροσκόπιο της Ασφάλειας τον Θεόφιλο.

Η Γάτα … και το ποντίκι

Προσπαθώντας να «θολώσει τα νερά» ο Θεόφιλος, επισκέφτηκε τη θεία του στο σπίτι της στον Τριπόταμο Φλώρινας στις 3 Αυγούστου, δείχνοντας αγωνία και ενδιαφέρον για την εξαφάνιση του θείου, και της οικογένειάς του, ρωτώντας χωριανούς, συγγενείς και τους φίλους. Όμως η επίσκεψη αυτή είχε αντίθετο αποτέλεσμα.

Η θεία του, βλέποντας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Θεόφιλου, επικοινωνεί για μία ακόμη φορά με την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, εκφράζοντας τους φόβους της ότι οι αγνοούμενοι έχουν πέσει θύματα δολοφονίας και ο Θεόφιλος καλείται να καταθέσει στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Η συμπεριφορά του, και οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις των έμπειρων αντρών της Ασφάλειας θα τον βάλουν στο επίκεντρο της έρευνας ως βασικό ύποπτο της εξαφάνισης των 4 μελών της οικογένειας του, και του θείου του.

Η σύλληψη και η ομολογία

Η σύλληψη και η ομολογία

Την Πέμπτη 8 Αυγούστου 1996, ο Θεόφιλος Σεχίδης προσάγεται στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης για να τον ανακρίνουν, ως ύποπτο για την δολοφονία των μελών της οικογένειας και του θείου του.  Μετά απο πολύωρη ανάκριση, μετά τα μεσάνυχτα, ο εξαντλημένος Σεχίδης ομολογεί πως στις 19 και 20 Μαΐου σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τον θείο και τη γιαγιά του στον Λιμένα Θάσου, τεμάχισε τα πτώματα -εκτός από τη σορό του θείου του- και κατόπιν τα έβαλε μέσα σε σακούλες, τις οποίες πέταξε στη χωματερή της Καβάλας.

Χαρακτηριστικά θα πει:

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω.  Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου ‘λεγαν την αλήθεια. Έπρεπε να φύγω από τη μέση με κάθε τρόπο. Είχαν το στίγμα από το πρόβλημα της αδελφής μου, αν προστίθετο και το δικό μου, θα ήταν καταστροφή. Θα αποδεικνυόταν ότι ο πατέρας μου, ο ατσαλάκωτος διευθυντής του σχολείου, στη ζωή του ήταν ένας βρώμικος άνθρωπος. Εξάλλου, έξω στην κοινωνία, έτσι κι αλλιώς, δεν τον πολυσυμπαθούσαν

Λίγες μέρες πριν γίνει το κακό, 3-4 μέρες νομίζω, βρισκόμουν στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Έρχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου, που το είχα εγώ. Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου ένα, ενάμιση χρόνο, περίπου, αφότου είχε έρθει την τελευταία φορά και πάλι να ασκήσει σωματική βία πάνω μου, ώστε να καλύψουν το θέμα της καταγωγής μου. Εγώ, μόλις τον είδα, κατάλαβα πως δεν είχε έρθει για το αυτοκίνητο. Αλλά τα τυπικά, τυπικά. Καθίσαμε, είπαμε διάφορα, φάγαμε μαζί και πριν φύγουν μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα, αν μπορούσα να τους έπαιρνα τηλέφωνο να μιλήσουμε. Εγώ, για ν’ αποφύγω δυσάρεστες εξελίξεις, καθυστέρησα μια ημέρα να τους τηλεφωνήσω, αλλά πάλι σκέφθηκα ότι μπορεί να ξανάρχονταν στην Κομοτηνή και τελικά τηλεφώνησα στο σπίτι.

Μου είπαν πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Τώρα πια επαληθεύονταν οι υποψίες μου. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια ν’ αρνηθώ και να τους δώσω να καταλάβουν ότι είχα καταλάβει το σχέδιό τους, αφού το πράγμα είχε γίνει πλέον φανερό˙ όμως επέμεναν. Κι έτσι, την επομένη, 18 Μαΐου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Τους βρήκα όλους μαζεμένους στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η συμπεριφορά τους έδειχνε πως έψαχναν δικαιολογία για καβγά. Ήταν εριστικοί από την πρώτη στιγμή που έφτασα κι όταν το βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου για να κοιμηθώ, διαπίστωσα ότι μου είχαν πετάξει τις περισσότερες ζωγραφιές μου και όλες τις φωτογραφίες μου που είχα από μικρός.

Ε, εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε κανονικά, κοιμήθηκε και ο θείος στο σπίτι κι όταν ξημέρωσε ξανάρχισαν οι λογομαχίες και οι απειλές σωματικής βίας από τον θείο. Μέχρι που κάποια στιγμή ο θείος μού λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο, αυτή ήταν η αρχή. Βρισκόμουν εν αμύνη. Τους ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν».

Η δολοφονία του Βασίλη Σεχίδη

Ο πρώτος φόνος, έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, με θύμα τον Βασίλη Σεχίδη, στην περιοχή της αρχαίας ακρόπολης της Θάσου, στην περιοχή του Λιμένα. Είχαν πάει εκεί οι δυο τους, προκειμένου να συζητήσουν, ωστόσο γρήγορα η συζήτηση έγινε έντονη, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να τσακώνονται. Τότε σε μία στιγμή έκρηξης ο Θεόφιλος έσπρωξε το θείο του στο γκρεμό.

Ο ίδιος θα πει χαρακτηριστικά στην κατάθεση του  «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων, κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί, και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι».

Στο πόρισμα της αυτοψίας του Βασίλη Σεχίδη από τον ιατροδικαστή Σερρών διαβάζουμε για «σοβαρότατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αποσπασματικά κατάγματα των κροταφικών άκρων. Το κρανίο ήταν διαμελισμένο και στην τραχηλική χώρα ήταν εμφανής λαμδοειδής βαθιά κόψη». Στη συνέχεια έκρυψε το πτώμα σε κάτι θάμνους. Μετά έφυγε κι αφού αγόρασε καινούργιο πουκάμισο, και ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο, πήγε στο πατρικό του όπου περίμενε τους υπόλοιπους της οικογένειας.

Η δολοφονία του Δημήτρη Σεχίδη

Ενώ περίμενε στο πατρικό του, έχοντας ήδη διαπράξει τον πρώτο φόνο, περίπου στις 7:30 το απόγευμα, μπήκε στο σπίτι ο πατέρας του, Δημήτρης. Κουβέντα στην κουβέντα, ξέσπασε νέος καυγάς, με αποτέλεσμα ο Θεόφιλος να τον σκοτώσει πυροβολώντας τον με το κυνηγετικό όπλο.

Αναφερόμενος στην ομολογία του δήλωσε «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα. Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι».

Η δολοφονία της Μαρίας Σεχίδη

Λίγη ώρα μετά την δολοφονία του Δημήτρη Σεχίδη, επιστρέφει στο σπίτι η γυναίκα του Μαρία, ανυποψίαστη για τα όσα έχουν γίνει. Ο Θεόφιλος βρισκόμενος σε κατάσταση αμόκ, την πυροβόλησε με το κυνηγητικό όπλο και την σκότωσε.

Αναφερόμενος στην δολοφονία της για μία ακόμη φορά χρησιμοποιεί το ίδιο μοτίβο, που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τους προηγούμενους φόνους λέγοντας «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι». Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι μάλλον ο Σεχίδης βρισκόταν σε σύγχυση, καθώς ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι η Μαρία Σεχίδη πυροβολήθηκε στο κεφάλι.

Η δολοφονία της Ερμιόνης Σεχίδη

Η Έμμυ, η αδερφή του Θεόφιλου, ακούγοντας τη φασαρία, η οποία βρισκόταν στο σπίτι, εισήλθε στο σαλόνι, μπήκε δειλά στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι στο χέρι προκειμένου να αμυνθεί, έχοντας προφανώς καταλάβει τι είχε συμβεί. Ο Θεόφιλος, υποστηρίζοντας ότι κι εκείνη κρατούσε μαχαίρι, την σκότωσε και αυτή.

Έχοντας διαπράξει ήδη τέσσερα από τα πέντε εγκλήματα, ο Θεόφιλος Σεχίδης μεταφέρει τα πτώματα στο υπνοδωμάτιο, σκουπίζει τα αίματα και πέφτει για ύπνο.

Η δολοφονία της Ερμιόνης Καλαμάρα

Την επόμενη μέρα, 20 Μαΐου, το πρωί, ήρθε στο σπίτι η γιαγιά Ερμιόνη, που έμενε παραδίπλα και επισκεπτόταν τους γονείς του σε καθημερινή βάση. Με το που μπήκε στο σπίτι, πριν προλάβει να δει οτιδήποτε, δέχτηκε ξαφνικά μια θανάσιμη μαχαιριά στην καρδιά από το χέρι του εγγονού και στη συνέχεια της έκοψε το λαιμό.

Στην ομολογία του, αναφερόμενος στον φόνο της γιαγιάς του ανέφερε μόνο «Άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τί να έκανα κι εγώ, την σκότωσα» χωρίς να πει τίποτε περισσότερο.

Τσαϊκόφσκι και τεμάχισμα…

Ο Θεόφιλος ξεκίνησε να τεμαχίζει τα πτώματα ακούγοντας Τσαϊκόφσκι. Έκοψε τα κρανία, με σιδεροπρίονο και αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων. Μετά τους τοποθέτησε σε πιάτο και τους έβαλε στο ψυγείο, με σκοπό να τους μελετήσει και στη συνέχεια να τους φάει για να τους τιμωρήσει. Όταν τελείωσε τον τεμαχισμό, πετάχτηκε στο σούπερ μάρκετ να αγοράσει μεγάλες σακούλες σκουπιδιών. Τις αγόρασε τμηματικά από διάφορα παντοπωλεία και σούπερ μάρκετ για να μην κινήσει υποψίες. Στην συνέχεια τοποθέτησε τα τεμάχια των διαμελισμένων σωμάτων στις  σακούλες.

Η ομολογία του για αυτή του την πράξη είναι ανατριχιαστική:

«Δύο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο;».

Τελικά, όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τα  σχέδια του. Δεν μελέτησε ποτέ τους εγκεφάλους, διότι όπως ο ίδιος είπε:

«Ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω (σ.σ.: το πιάτο) είχε αλλοιωθεί και το πέταξα».

Σκορπισμένοι τους πέντε ανέμους…

Κι έτσι αρχίζει τα πηγαινέλα του θανάτου. Εκτελεί το δρομολόγιο Θάσος-Κεραμωτή τρεις φορές, με τρία διαφορετικά μακάβρια φορτία στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του. Όταν σιγουρεύεται ότι δεν έχει ξεχάσει τίποτα πίσω, αποφασίζει να ξεφορτωθεί τα πτώματα στη χωματερή των Ταγαράδων. Όμως για κακή του τύχη ο χώρος φυλασσόταν με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει το σχέδιο απόρριψης του μακάβριου φορτίου του και να ξεκινήσει την αναζήτηση νέου μέρους, κατάλληλου για να ξεφορτωθεί τις σακούλες,.

Το βρίσκει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, μεταξύ Κεραμωτής και Νέας Καρβάλης. Για τρεις συνεχόμενες μέρες μετέφερε τις σακούλες με τα διαμελισμένα πτώματα στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του στην Καβάλα, με το φέρι μποτ της γραμμής Θάσου- Κεραμωτής. Όταν έπεφτε η νύχτα, πήγαινε στο σκουπιδότοπο της Πέρνης και έθαβε τις σακούλες. Μέχρι τις 24 Μαΐου, η οικογένεια Σεχίδη ήταν οριστικά παρελθόν και όλα είχαν τελειώσει.

Ο Σεχίδης αισθανόταν ότι διέπραξε το τέλειο έγκλημα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε

Ιατροδικαστής

Ήδη από τις 8 Αυγούστου είχαν αρχίσει οι έρευνες για να εντοπιστούν οι σακούλες (κατ’ άλλους 34, κατ’ άλλους 36) με τα τεμαχισμένα μέλη των τεσσάρων θυμάτων, στη χωματερή της Νέας Καρβάλης Καβάλας. Λόγω του γεγονότος ότι οι σακούλες είχαν πεταχτεί εκεί πριν από, περίπου, τρεις μήνες, η προσπάθεια για την ανεύρεσή τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς υπολογίστηκε πως τα συνεργεία έπρεπε να σκάψουν σε βάθος τουλάχιστον 10-12 μέτρων μέσα στους όγκους των σκουπιδιών. Τελικά, οι σακούλες αυτές δεν βρέθηκαν ποτέ…

Μετά την ομολογία του, κλιμάκιο των αντρών της Ασφάλειας με τον Ιατροδικαστή μετέβησαν στο σπίτι της οικογένειας Σεχίδη στον Λιμένα της Θάσου. Το ακίνητο της οικογένειας Σεχίδη όπου ο Θεόφιλος σκότωσε και τεμάχισε την οικογένειά του φάνταζε σαν «φρούριο». Τίποτε δεν προϊδέαζε τους έμπειρους αστυνομικούς τι επρόκειτο να αντικρίσουν στα επόμενα λεπτά.

Σε όλο το σπίτι υπήρχε αίμα που είχε ξεραθεί. Το χαλί ήταν κόκκινο από το αίμα, ιδιαίτερα στο σημείο όπου σκότωσε την αδελφή του, την οποία χτύπησε μόνο στον θώρακα. Στους τοίχους, στην τουαλέτα, και στα ταβάνια βρισκόταν υπολείμματα εγκεφαλικής ουσίας, ενδεχομένως μετά τους πυροβολισμούς που δέχτηκαν δύο από τα θύματα (ο πατέρας και η μάνα) στο κεφάλι. Βρέθηκαν ένα σιδεροπρίονο, δύο αλυσοπρίονα και ένα τσεκούρι. Με τα σιδεροπρίονα έκοβε τα οστά των πτωμάτων και με το μαχαίρι τις σάρκες.. Το απόκοσμο και ανατριχιαστικό σκηνικό συμπλήρωνε η λέξη «Λάθος» που βρέθηκε γραμμένο με μπογιά σε έναν από τους τοίχους του σπιτιού.

Αναπαράσταση

Την Παρασκευή 9 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε με σκάφος του Λιμενικού Σώματος από την Καβάλα στην Θάσο για την αναπαράσταση των φόνων. Όταν κατέβηκε από το περιπολικό σκάφος, το πλήθος που ανέμενε στην προβλήτα, κινήθηκε απειλητικά εναντίον του κι άρχισε να κραυγάζει. Ισχυρές αστυνομικές και λιμενικές δυνάμεις προσπάθησαν, σχηματίζοντας κλοιό γύρω του, να τον προστατέψουν από το μαινόμενο πλήθος και τους αγανακτισμένους κατοίκους του νησιού.

Αρχικά μεταφέρθηκε στον αρχαιολογικό χώρο, όπου για αρκετή ώρα περιέγραφε ψύχραιμα και αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο σκότωσε τον θείο του. Στο σημείο, είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ και τηλεοπτικά συνεργεία, μετατρέποντας την διαδικασία σε ένα πραγματικά απαράδεκτο  show, με τον Σεχίδη να δίνει «ρεσιτάλ ερμηνείας» απευθυνόμενος σε έναν ρεπόρτερ, λέγοντας: «Εσύ είσαι δημοσιογράφος, όχι αστυνομικός. Απαντώ μόνο σε αστυνομικούς. Νομίζω ότι για να γίνει καλύτερα η δουλειά, πρέπει εσείς να σταματήσετε. Γιατί δεν μπορώ να κάνω σωστή αναπαράσταση, όσο εσείς παίρνετε φωτογραφίες και τέτοια»!

Ακολούθως, μεταφέρθηκε στο σπίτι της οικογένειας στον Λιμένα για να συνεχίσει την αναπαράσταση και των τεσσάρων φόνων και να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τεμάχισε, κατόπιν, τα πτώματα.

Στον Ανακριτή

Στις 10 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης προσήχθη στο εισαγγελέα Πρωτοδικών Καβάλας και την επόμενη μέρα στον ανακριτή. Και στους δύο δήλωσε πως «δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα, έπρεπε να το κάνω, βρισκόμουν σε αυτοάμυνα». Μετά τις απολογίες του, όπου εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο («μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, μόνος μου» τόνισε χαρακτηριστικά), αποφασίστηκε η προφυλάκισή του με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας κατά συρροή, της παράνομης οπλοχρησίας, της περιύβρισης νεκρών κατά συρροή και της παράνομης κατοχής οπλισμού -η τελευταία αφορούσε στην υπόθεση της 21ης Ιουλίου.

Βγαίνοντας από το Δικαστικό Μέγαρο, ήταν πάντα χαμογελαστός και ήρεμος και συνήθιζε να δίνει παιγνιώδεις απαντήσεις στους δημοσιογράφους. Όπως αυτό το «χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό» που έλεγε και έσπερνε τον τρόμο με το ατάραχο του ύφους του. Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που παρήγγειλε το δικαστήριο κατέληξε πως ήταν «ψυχικά άρρωστο άτομο, που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης».

Μπαχ και διάβασμα

Στις 12 Αυγούστου, μεταφέρθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής, όπου για προληπτικούς λόγους τοποθετήθηκε στην απομόνωση. Από τους αστυνομικούς ζήτησε μόνο «να ακούει Μπαχ ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, κλασική μουσική και να διαβάζει βιβλία» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Τρίτη 13 Αυγούστου 1996), ενώ για τη διατροφή του επέλεξε γάλα και όσπρια. Όμως η παρουσία του εκεί προκάλεσε προβλήματα, καθώς «δύο φορές κινδύνευσε να λιντσαριστεί, βγαίνοντας στο προαύλιο των φυλακών» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Παρασκευή 16 Αυγούστου 1996). Στις 23 Αυγούστου, μετήχθη εκτάκτως στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εξεταστεί από τους ψυχιάτρους , ώστε να αποφανθούν αν είναι σχιζοφρενής και επομένως θα έπρεπε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό κατάστημα. Η μεταγωγή του συνοδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των εκεί κρατουμένων, με αποτέλεσμα ο διευθυντής των φυλακών να αναγκαστεί να εκκενώσει ένα θάλαμο 40 ατόμων, για να τοποθετηθεί εκεί, μόνος, ο Θ. Σεχίδης.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ;


Θα σου αρέσουν και αυτά