Μουνολόγιον - Κάναμε ένα λεξικό «μουνί»
Άλλοτε χτενίζεται, άλλοτε φοράει καπέλο και άλλοτε αποκτά υπερφυσικές δυνάμεις και... σέρνει καράβι αλλά έχει μία περίοπτη θέση στην Ελληνική γλώσσα

Για την προέλευση του όρου "μουνί" υπάρχει διχασμός απόψεων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη "μνοῦς" που σημαίνει χνούδι/απαλό μαλλί και άλλοι ότι προέρχεται από τη λέξη "εὐνή" που σημαίνει συζυγικό κρεβάτι/γαμήλια κλίνη.

Όπως και να'χει, είναι μία λέξη που με δεκάδες παραφθορές και μεταφορές, με υποκοριστικά και μεγενθύνσεις, τη χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά στις επικοινωνιακές μας "εκφράσεις". Για να δούμε μερικές από αυτές:

έγινα μουνί: περιήλθα σε άθλια κατάσταση, συνήθως από νερό/βρέξιμο (μας έπιασε βροχή στο δρόμο και γίναμε μουνί)

τα έκανα μουνί: έκανα μεγάλο σφάλμα με σοβαρές επιπτώσεις

έλα μουνί στον τόπο σου: για κάτι ανήκουστο/πρωτοφανές

μουνί καπέλο: Άθλια κατάσταση. Δεν έχει να κάνει με το καπέλο αλλά προέρχεται από την ισπανική λέξη cabello που σημαίνει «μαλλιά» και προφανώς παραπέμπει σε τριχωτό αιδοίο το οποίο, ως γνωστόν, παρουσιάζει συχνά μιαν εικόνα ακαταστασίας και αναταραχής

στο μουνί μου: χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες, (αντίστοιχο του αντρικού "στ' αρχίδια μου") για να δηλώσει αδιαφορία

το μουνί σέρνει καράβι: μία γυναίκα εύκολα μπορεί να κάνει έναν άνδρα να εγκαταλείψει κάθε ασχολία του ακόμα και κάτι που ήταν πριν δύσκολο να κάνει αυτός

μουνί της λάσπης: ύπουλος/πετυχαίνει σκοπούς με δόλια μέσα

ξυρισμένο μουνί: κάποιος που κόπηκε στο ξύρισμα/κακοκουρεμμένος

γαμώ το μουνί της μάνας σου, γαμώ το μουνί που σε πέταγε: εκδήλωση βίαιης επιθετικότητας που πολλές φορές ακολουθείται από ξυλοδαρμό

ήμουν ήμουν ή...: (λογοπαίγνιο) παιδικός γλωσσοδέτης ταχύτητας

το μουνί σε ξεπετά και ο τάφος σε ρουφά: χυδαία εκδοχή της φράσης "δύο πόρτες έχει η ζωή"

φελλός στο μουνί της: για προσκολλημένο άντρα που συνεχώς τρέχει πίσω απ' την κοπέλα του

έχει φελλό στο μουνί της: για κοπέλα που πλησιάζεται-προσεγγίζεται δύσκολα/δύσκολη γκόμενα/δυσγάμητη

χαζομουνιάζω: Συζητώ χαλαρά περί ανέμων και υδάτων με γυναίκα η οποία με έλκει ερωτικά

το μουνί της χρονιάς του: για κάποιον σεξουαλικά στερημένο,που παντρεύτηκε κυρίως για να ικανοποιήσει τις αυξημένες και επείγουσες ''ανάγκες'', όπως π.χ. θα λέγαμε για κάποιον που παράγει λάδι για να έχει το λάδι της χρονιάς του

μουνί καλλιγραφία: Έκφραση που δηλώνει χάλια κατάσταση προσώπου, πράγματος, ή κατάστασης

γεροντομουνιάζω και  αραχνομουνιάζω: Φτάνω σε μεγάλη ηλικία χωρίς να παντρευτώ

κλαψομουνίαση: Από κλαψομουνίαση πάσχει αυτός που δεν αναλαμβάνει ηρωικά τις συνέπειες μιας κατάστασης, αλλά συνεχώς κλαίγεται ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι άλλο, ότι αυτό που του συνέβη δεν του άξιζε. Τον λέμε αλλιώς και κλαψομούνη ή κλαψομούνα

κλασμένο μουνί: η περιφρονεμένη

δουλειά δεν είχε το μουνί και μάθαινε τσαγκάρης: Γνωμικό από τα Επτάνησα, που σημαίνει ό,τι περίπου και τα δουλειά δεν είχε ο διάβολος γαμούσε τα παιδιά του ή δουλειά δεν είχε ο διάολος και ζύγιζε τα καλαμπαλίκια του

και την πούτσα στο μουνί και την ψυχή στον παράδεισο: Έκφραση που φέρεται να είναι από τη Θράκη και σημαίνει κάποιον που θέλει να κάνει αντιφατικά μεταξύ τους πράγματα, να τα έχει καλά με όλους και να βγαίνει κερδισμένος χωρίς κανένα κόστος, πράγμα όμως που δεν γίνεται, για αυτό και η έκφραση συχνά συμπληρώνεται από το "δεν γίνεται".

κώλο-μουνί: Ναυτική έκφραση που σημαίνει πως δυό τόποι είναι πολύ κοντά. Κυρίως αναφέρεται σε στενά περάσματα, μπουγάζια στη ναυτική ορολογία, αλλά όχι μόνο.

καϊσοµούνι: Είδος ροδαλού κι ελαφρώς βελουδένιου ωσάν βερίκοκο μουνιού. Οι φέρουσες τοιαύτα αιδοία αποκαλούνται καϊσοµούνες. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Ανδρέα Εμπειρίκο

δάκρυσε το μουνί μου: Περιγράφει μια κατάσταση όπου το μνι μιας γυναίκας ή άλλου κλαψομούνη ταράζεται, συγκλονίζεται από ένα κράμα ηδονής και οδύνης

μουνάκι: άτιμος άνθρωπος αλλά και πολύ όμορφο κορίτσι, που διεγείρει την ερωτική επιθυμία

μουνάκιας: ο γυναικάς, αυτός που του αρέσει να φλερτάρει με όποια γυναίκα βρεθεί μπροστά του

μουνάρα ή μούναρος: η πολύ όμορφη κι επιθυμητή γυναίκα

μουνίτσα ή μουνίδιον: νεαρή ελκυστική γυναίκα αλλά και άνθρωπος πονηρός και ύπουλος

μουνόδουλος: άτομο που σκέφτεται συνέχεια το μουνί, που οι ερωτικές του επιθυμίες τον έχουν κάνει εξαρτημένο και έρμαιο των παθών και των επιθυμιών

μουνοθύελλα: η συγκέντρωση πολλών όμορφων και επιθυμητών γυναικών

μουνοπαγίδα: καταστάσεις ή πράγματα που τραβούν τις όμορφες γυναίκες με σκοπό την ερωτική συνεύρεση

μουνόπανο: υβριστικός χαρακτηρισμός για κάποιον που μας έβλαψε αλλά και η σερβιέτα

μουνοπλημμύρα: η σύναξη πολλών όμορφων γυναικών

μουνότριχα: η τρίχα του εφηβαίου της γυναίκας

μουνόχειλο: το καθένα από τα χείλη (μικρά και μεγάλα) του αιδοίου

μουνοχύσιμο: Διαδικασία κατά το τέλος της συνουσίας, όπου τα χύσια της γυναίκας εκπέμπονται έξω από τον κόλπο & εμφανίζονται στο αιδοίο της

μουνόψειρα: Είδος ψείρας (συνήθως από συκιά κατά το καλοκαίρι) που στο ανθρώπινο σώμα εγκρίνει ως στέγη μόνο τον βουβωνικό χώρο & κυρίως τα γεννητικά όργανα . Την συναντάμε πολύ περισσότερο στην γυναίκα

ξινομούνα: Η ξινή γυναίκα, η στριμμένη, η ξινόφατσα.

πηγαδομούνα: Η γυναίκα που λόγω των συχνών σεξουαλικών της επαφών, το αιδοίο της έχει αποκτήσει μέγεθος

φαρμακομούνα: η γυναίκα της οποίας πέθαναν οι προηγούμενοι δύο ή τρεις άντρες

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ;


Θα σου αρέσουν και αυτά